| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| campaign n | (political action) (πολιτική) | καμπάνια ουσ θηλ |
| | | προεκλογική
εκστρατεία επίθ + ουσ θηλ |
| | If the campaign goes well, we will win. |
| | Αν η καμπάνια πάει καλά θα νικήσουμε. |
| campaign n | (military effort) | εκστρατεία ουσ θηλ |
| | We won the war because of the brilliantly planned campaign of battle. |
| | Κερδίσαμε τον πόλεμο χάρη στην εξαιρετικά σχεδιασμένη εκστρατεία μάχης. |
| campaign n | (political effort) (μεταφορικά) | εκστρατεία ουσ θηλ |
| | (εναντίον κάτι κακού) | σταυροφορία ουσ θηλ |
| | The campaign to outlaw land mines was successful. |
| | Η εκστρατεία για την απαγόρευση των ναρκών ήταν επιτυχημένη. |
| campaign n | (marketing: promotion) | καμπάνια ουσ θηλ |
| | | διαφημιστική εκστρατεία επίθ + ουσ θηλ |
| | Our company will launch a new sales campaign in the spring. |
| | Η εταιρεία μας θα ξεκινήσει μια νέα διαφημιστική εκστρατεία την άνοιξη. |
| campaign⇒ vi | (politics: promote) (πολιτική) | διεξάγω καμπάνια, διεξάγω εκστρατεία περίφρ |
| | The politician campaigned hard for the Senate seat. |
| | Ο πολιτικός διεξήγαγε σκληρή καμπάνια για τη θέση του γερουσιαστή. |
| campaign for [sth] vi + prep | (promote a cause) | κάνω εκστρατεία για κτ, διεξάγω καμπάνια για κτ περίφρ |
| | | διαδηλώνω για κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Women were campaigning for the right to vote. |
| | Γυναίκες διαδήλωναν για το δικαίωμα ψήφου τους. |
| campaign against [sth] vi + prep | (protest against [sth]) (με γενική) | κάνω εκστρατεία κατά, διεξάγω καμπάνια κατά περίφρ |
| | (με γενική) | διαδηλώνω κατά ρ αμ + πρόθ |
| | The Abolitionists were campaigning against the slave trade. |
| | Οι υπέρμαχοι της κατάργησης της δουλείας διαδήλωναν κατά του εμπορίου σκλάβων. |